Συνολικές προβολές σελίδας

Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2010

Tα... μαγικά μπουκάλια .


Τα μαγικά μπουκαλάκια
(αναδημοσίευση από wordpres.com)
Ιουνίου 27, 2009 in σχολιαστής Tags: Αφηγείται ο Γιώργας, Φυτοφάρμακα by sxoliasths

Αφηγείται ο Γιώργας
Τα μαγικά μπουκαλάκια:
Στην Καστοριά καλλιεργούσαμε μηλιές. Για να είναι πεντακάθαρο το χωράφι, κάθε φορά που πήγαιναν να βγουν χόρτα ανάμεσα στα δέντρα, περνούσαμε με τη φρέζα και αλέθαμε το έδαφος. Η φρέζα όμως δεν μπορούσε να πάει πολύ κοντά στα δέντρα, γιατί μαζί θα άλεθε και τις ρίζες. Εκεί αναλάμβανε το περίφημο ραουντάπ. Με την ψεκαστήρα στον ώμο γύρω γύρω από κάθε μηλιά τα ξεπατώναμε τα άτιμα τα χόρτα. Ιδέα δεν είχαμε τότε για Monsanto και τέτοια πράγματα.
Αυτό δεν το κάναμε μόνο εμείς. Το κάνανε όλοι. Έβλεπες ένα πεντακάθαρο χωράφι, μόνο με τις μηλιές να ξεφυτρώνουν από το έδαφος και τίποτε άλλο. Οι Γεωπόνοι που ερχόντουσαν, κάνανε παρατηρήσεις αν έβλεπαν να έχεις αφήσει τα χόρτα να μεγαλώσουν (πώς το έχεις έτσι παρατημένο;).
Μετά βάζανε το μεγεθυντικό φακό πάνω στα φύλλα. “-Το βλέπεις αυτό; Γεμάτο τετράνυχο είναι. Και νάρκη έχεις. Και ψείρα. Θές και λίπασμα. Δεν έχει σίδηρο το χώμα σου.”
Πήγαινες στον συνεταιρισμό. Άνοιγαν την καρτέλα σου, και έφευγες με δύο σακούλες γεμάτες κουτιά και μπουκάλια με μια νεκροκεφαλή το καθένα απάνω του. Και πήγαινες να σκάσεις. Γιατί η μηλιά που είχαμε παλιότερα στην άκρη του χωραφιού δεν ήθελε τίποτε από όλα αυτά;
Όμως ο άτιμος ο τετράνυχος δεν έλεγε να φύγει. Και φτου κι’ απ την αρχή.
Κι’ ήταν πανάκριβα τα φάρμακα. Και τα λιπάσματα. Πού λεφτά για να τα πληρώσεις. Στα γράφανε στην καρτέλα και τα πλήρωνες όλα μαζί όταν ερχόταν η σοδειά. Μαζί με τους τόκους. Τί έμενε στο τέλος; Ευτυχώς που πήγε καλά η σοδειά και καταφέραμε να ξεχρεώσουμε.
Κάποια φορά βρέθηκα σε έναν άλλο οπωρώνα με μηλιές, στους πρόποδες του Βερμίου. Κουρεμένο χόρτο από κάτω.
- Δεν το φρεζάρετε εσείς για τα χόρτα;
- Γιατί να το φρεζάρουμε; Άμα μεγαλώσουν πολύ, τα κουρεύουμε.
Μα τί ηλίθιοι που είμαστε! Την επόμενη χρονιά, τέρμα το φρεζάρισμα και το ραουντάπ. Προς μεγάλη μου έκπληξη οι ασθένειες λιγόστεψαν. Το ένα τρίτο του κόστους για φυτοφάρμακα. Μα γιατί άραγε; Η απορία μου άρχισε να λύνεται λίγο αργότερα, όταν βάζοντας τον μεγεθυντικό φακό όπως μου είχε μάθει ο Γεωπόνος πάνω σ’ ένα φύλλο που περπατούσε μια πασχαλίτσα, την είδα να απολαμβάνει τον αγαπημένο της μεζέ: Τον τετράνυχο.
Και τότε πρόσεξα καλύτερα στη ρίζα του δέντρου. Υπήρχε μια ολόκληρη ζωή εκεί. Πασχαλίτσες, σαλιγκάρια, μυρμήγκια, χρησιμοποιούσαν τον κορμό του δέντρου ως λεωφόρο που οδηγούσε προς το εστιατόριο.
Από τότε αντιμετωπίζω με μεγάλη επιφύλαξη τους παντογνώστες με τα μαγικά μπουκαλάκια. Και η εκτίμηση μου στις πασχαλίτσες ανέβηκε κατακόρυφα.

Αρχειοθήκη ιστολογίου